Ένα μικρό αγόρι φτιάχνει για τη Λύπη του ένα καταφύγιο, ένα μικρό παιδί αποδέχεται τα συναισθήματά του και μαθαίνει και εμάς μέσα από την ιστορία του, να τα αγκαλιάζουμε, να τα δεχόμαστε και να τους δίνουμε τον χώρο και τον χρόνο που χρειάζονται (χρειαζόμαστε) για να τα κατανοήσουμε. Σήμερα, Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας – ημέρα για την ευαισθητοποίηση απέναντι στις ψυχικές νόσους και την πρόληψή τους, διαβάζουμε το νέο εικονογραφημένο βιβλίο της Anne Booth και του David Litchfield, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μάρτης.
Όταν η Λύπη ήρθε και τον βρήκε, ο μικρός πρωταγωνιστής της ιστορίας δεν την έδιωξε, δεν τρόμαξε. Αποφάσισε να της φτιάξει ένα καταφύγιο για να μείνει, να περνάει τις ώρες της εκεί – ασφαλής-, να μένει όρθια ή να κάθεται αναπαυτικά, να πλημμυρίζει με φως ή σκοτάδι ο χώρος της, να μικραίνει ή να μεγαλώνει, να σιωπά ή να φωνάζει, να της κάνει το αγόρι παρέα και να μιλούν ή απλώς να κάθονται μαζί, αμίλητοι, αλλά μαζί. Και μαζί να ανακαλύπτουν ακόμα και μέσα από τη σιωπή πόσο σημαντικός και όμορφος είναι ο κόσμος.
«Το καταφύγιο της Λύπης» είναι ένα υπέροχο βιβλίο που πλημμυρίζει από συναίσθημα. Αποτελεί εξαιρετικό συνδυασμό κειμένου και εικόνων που μαζί μιλούν για την ανάγκη να αφήσουμε τα συναισθήματά μας να υπάρξουν, να μην τα καταπιέζουμε, να τα αποδεχτούμε. Σε ένα δεύτερο όμως επίπεδο, το βιβλίο μιλάει για τη θλίψη που πολλά παιδιά στον κόσμο βιώνουν, είτε επειδή εξαναγκάζονται σε φυγή από το σπίτι τους, είτε επειδή διαταράσσεται η ασφάλεια του σπιτιού τους, της οικογένειάς τους, του περιβάλλοντός τους. Έρχονται αντιμέτωπα με καταστάσεις που δεν κατανοούν πλήρως και που τους γεμίζουν με δύσκολα διαχειρίσιμα συναισθήματα.
Το αγόρι στην ιστορία της Booth φροντίζει τη Λύπη του, δεν θέλει να τη διώξει, θέλει να συμπορευτεί μαζί της, να την καταλάβει και να την αφήσει να του μάθει κι εκείνη πράγματα για τη ζωή. Η ιστορία της Βρετανίδας συγγραφέα είναι μια ιστορία για την ψυχική μας υγεία, για τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε οτιδήποτε αφορά αυτό το κομμάτι της ύπαρξής μας. Μας καλεί να την αγκαλιάσουμε, να μην την αποδιώξουμε. Εικονογραφικά, ο David Litchfield ανέλαβε ένα δύσκολο έργο, ακριβώς επειδή οι λέξεις της Anne Booth από μόνες τους «γεννούν» εικόνες. Κατάφερε όμως με την τέχνη του να κάνει αυτό το κείμενο, το τόσο συναισθηματικό, το φορτωμένο με ένα «βαρύ» θέμα, να γίνει ένα βιβλίο που να απευθύνεται και σε παιδιά μικρών ηλικιών. Τα χρώματά του και οι παιχνιδιάρικες εικόνες του φαίνεται να προσπαθούν να «διαψεύσουν» την ιστορία, όμως τελικά, αυτές είναι που κάνουν την ιστορία τόσο μεγαλειώδη. Το φως που μπαίνει κλεφτά από τα κλαδιά στο δάσος, το απαλό γαλάζιο χρώμα της Λύπης – χρώμα απόλυτα συνδεδεμένο με το συναίσθημα αυτό, ειδικά στην αγγλική γλώσσα (blue= μπλε, I am feeling the blues= μελαγχολώ), η καρδιά της που άλλοτε αχνοφαίνεται και άλλοτε φωτίζει κόκκινη, τα λεπτά ευγενικά χαρακτηριστικά του αγοριού, μέχρι και η φόδρα του βιβλίου, στο τέλος πια, προσθέτει το δικό της τέλος.
Διάβασε περισσότερα στο kokkinialepou.gr



